Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Ελλάδα: 1, 2, 3 και άπειρα μνημόνια.(Το πρωτογενές πλεόνασμα του Ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού και τα αδιέξοδα, που προκύπτουν από το καταθλιπτικό βάρος του Ελληνικού δημόσιου χρέους).

 2000 - 2008 : Η διόγκωση και το τεράστιο βάρος του ελληνικού δημόσιου χρέους ουδόλως επηρεάστηκαν από την όποια επίτευξη κάποιων πρωτογενών πλεονασμάτων, όπως φαίνεται από τον πίνακα. Αυτή η κατάσταση δεν πρόκειται να αλλάξει ούτε και όταν το ελληνικό κράτος μπορέσει να εμφανίσει και πάλι κάποια πρωτογενή πλεονάσματα, παρά τα όσα εκπέμπει η τρέχουσα κυβερνητική προπαγάνδα...




Μέσα σε όλα τα κακά, που την έχουν βρει, η κυβέρνηση των στουρνοσαμαράδων προσπαθεί να σταθεί όρθια και να ισορροπήσει πάνω σε ένα έδαφος το οποίο φεύγει κάτω από τα πόδια της, χρησιμοποιώντας την δημιουργική λογιστική, προκειμένου να παρουσιάσει, ως κολοσσιαίο επίτευγμα, την ύπαρξη ενός κάποιου προϋπολογιζόμενου πρωτογενούς πλεονάσματος, στον συνολικά ελλειμματικό κρατικό προϋπολογισμό, όπως αυτός θα κλείσει στο τέλος του 2013.
Ο Χρήστος Σταϊκούρας ομιλεί, για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3 δισ. €, αναφερόμενος, όμως, μόνο, στον προϋπολογισμό της κεντρικής κυβέρνησης, κατά την περίοδο Ιανουαρίου - Αυγούστου 2013, έναντι του αρχικού στόχου, για πρωτογενές έλλειμμα 2,5 δισ. €, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Όμως, η όλη υπόθεση αποτελεί μια στατιστική αλχημεία και γίνεται, για καθαρά προπαγανδιστικούς λόγους - κάτι δηλαδή, που προσομοιάζει, με άσκηση θάρρους, εκ μέρους του οικονομικού επιτελείου, το οποίο, προφανώς, έχει και τις σιωπηρές ευλογίες της τρόϊκας των δανειστών, οι οποίες, όμως, είναι, εντελώς, βραχυπρόθεσμες και έχουν να κάνουν, με, επίσης, βραχυπρόθεσμές επιδιώξεις.

Έτσι, η όλη φιλολογία, περί πρωτογενούς πλεονάσματος, δεν λαμβάνει, υπόψη της, τα ακόλουθα ποσά:

Έχουν υπολογισθεί, για να μπορέσει να παρουσιασθεί το πρωτογενές πλεόνασμα, γύρω στα 1,5 δισ. €, τα οποία είναι κέρδη των ομολόγων που επέστρεψαν οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες (Securities Market Programme – SMP) και τα οποία προσμετρήθηκαν στον προϋπολογισμό, ενώ, κανονικά, δεν θα έπρεπε να υπολογισθούν.

Γύρω στα 700 εκατ. €, από φόρους δεν έχουν επιστραφεί σε πολίτες και επιχειρήσεις, ενώ από τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, που τον περασμένο Νοέμβριο είχαν υπολογισθεί, γύρω στα 8 δισ. € και είχαν συμπεριληφθεί στο δάνειο, που συμφωνήθηκε και εκταμιεύθηκε, στα πλαίσια του αναθεωρημένου 2ου Μνημονίου, έχουν αποδοθεί, μόνον 4,632 δισ. €, ενώ παράλληλα δημιουργούνται νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, που διευρύνουν την τρύπα αυτή, την οποία υποτίθεται ότι θα έκλεινε ο δανεισμός από την συμφωνία του αναθεωρημένου 2ου Μνημονίου.
Υπολογίζονται κάπου, γύρω, στα 1,3 δισ. €, που αφορούν αναπτυξιακά κονδύλια, τα οποία, όμως, δεν έχουν αποδοθεί.
 Η κυβερνητική αλχημεία, με το πρωτογενές πλεόνασμα του 8μηνου του 2013, φαίνεται και από την ανακοίνωση του ταμειακού πρωτογενούς ελλείμματος του ελληνικού δημοσίου, που εμφανίζει η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, το οποίο φθάνει στα 3,1 δισ. €, αντί των 3 δισ. € του πρωτογενούς πλεονάσματος, για το οποίο ομιλεί ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας. Βέβαια, αυτές οι δύο μετρήσεις, αφορούν διαφορετικά πράγματα, άλλωστε και το συνολικό έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού, σε ταμειακή βάση - την οποία μετράει η Τράπεζα της Ελλάδος - είναι πολύ μεγαλύτερο, από το συνολικό έλλειμμα, που, σε δημοσιονομική βάση, μετράει το Υπουργείο Οικονομικών, αφού, για το 8μηνο του 2013, η Τράπεζα της Ελλάδος δίνει ταμειακό έλλειμμα κεντρικής διοίκησης ίσο με 9,041 δισ. €, έναντι 6,371 δισ. €, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, πέρυσι. Αυτό συμβαίνει, επειδή η ταμειακή μέτρηση της Τράπεζας της Ελλάδος στηρίζεται, αποκλειστικά, στο τί μπαίνει και τι βγαίνει, συνολικά, στο ταμείο του δημοσίου και αφορά, αποκλειστικά, την τρέχουσα διαχείριση των εσόδων και των δαπανών του ελληνικού κράτους. Αυτό σημαίνει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, εάν πληρώσει, τώρα, μια υποχρέωση του ελληνικού δημοσίου, η οποία, όμως, αφορούσε προηγούμενο έτος, αυτή η πληρωμή (η οποία δεν θα εμφανισθεί στο δημοσιονομικό ισοζύγιο του τωρινού έτους, επειδή αφορά κονδύλι του κρατικού προϋπολογισμού άλλου και όχι του τρέχοντος έτους), θα εμφανισθεί, μέσα στο τρέχον ταμειακό έλλειμμα, από την Τράπεζα  της Ελλάδος, η οποία ενεργεί, ως ταμείο του ελληνικού δημοσίου. 

Όμως, αν και οι δύο αυτές μετρήσεις είναι διαφορετικές, η απόσταση που υπάρχει μεταξύ τους, ως προς το, τελικά, εξαγόμενο αποτέλεσμα, δείχνει ότι η ύπαρξη του πρωτογενούς πλεονάσματος, που εμφανίζει το Υπουργείο Οικονομικών, έρχεται να εξυπηρετήσει, καθαρά προπαγανδιστικούς σκοπούς.
Φυσικά, αυτό το πρωτογενές πλεόνασμα, η κυβέρνηση των στουρνοσαμαράδων δεν το έχει επιτύχει - μέχρι στιγμής -, ούτε προϋπολογιστικά, παρά τα όσα προπαγανδίζει, με τους αριθμούς, τους οποίους μαγειρεύει, αφού (ανάμεσα στα άλλα που πράττει) μετακυλίει πλείστες όσες τρέχουσες υποχρεώσεις μπορεί, προς το τέλος του έτους, προκειμένου να μπορέσει να εμφανίσει αυτό το προπαγανδιστικό "επίτευγμα".
Αλλά η ουσία δεν είναι εκεί. Πιθανότατα, η κυβέρνηση των στουρνοσαμαράδων δεν θα καταφέρει, εφέτος, να επιτύχει το επιδιωκόμενο πρωτογενές πλεόνασμα, όσο και αν, μέσω της δημιουργικής λογιστικής (όπως έπραξε και η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, προκειμένου να παρουσιάσει ότι η Ελλάδα βρίσκεται εντός των κριτηρίων της ΟΝΕ, ή κοντά σε αυτά και έτσι, να "επιτύχει" την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη το 2002), προσπαθήσει να "πουλήσει" την εικονική εμφάνιση ενός πρωτογενούς πλεονάσματος, στον κρατικό προϋπολογισμό του 2013, κυρίως, στο εσωτερικό, δηλαδή στην κοινή γνώμη και λιγότερο στο εξωτερικό - κυρίως, στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές και πάντως, όχι στους ευρωζωνίτες, οι οποίοι φαίνεται ότι βολεύονται, βραχυπρόθεσμα, από την διαφήμιση της ύπαρξης ενός τέτοιου πλεονάσματος και φαίνονται διατεθειμένοι, έστω και επιφανειακά, να το αποδεχθούν.
Όμως, σε ένα βάθος χρόνου, η κυβέρνηση - εφ' όσον μείνει στην εξουσία και για όσο ο ελληνικός πληθυσμός την ανέχεται -, συνεχίζοντας την πολιτική αυτή της διαρκούς συρρίκνωσης των κρατικών δαπανών, στην οποία, κατά βάση, στηρίζεται το σύνολο του δημοσιονομικού σκέλους της οικονομικής της πολιτικής, θα επιτύχει να εμφανίσει ένα υπαρκτό πρωτογενές πλεόνασμα, στον πάντοτε, ελλειμματικό κρατικό προϋπολογισμό, αφού, κάποια στιγμή, θα καταφέρει οι πρωτογενείς δαπάνες να καταστούν λιγότερες από τα δημόσια έσοδα.
Δεν είναι, λοιπόν, ότι δεν θα το καταφέρει, εις το διηνεκές. Αυτό, στο οποίο στοχεύει, κάποια στιγμή θα το επιτύχει, έστω, για μία, ή, για δύο φορές, αφού - όσο η κοινωνία δεν αντιδρά - οι μειώσεις των δαπανών θα είναι τόσο μεγάλες, που, συνολικά, τα μειωμένα (και αυτά) έσοδα θα υπερκαλύπτουν τις μειωμένες δαπάνες, απλούστατα, επειδή οι μειώσεις των δημοσίων δαπανών θα εξακολουθήσουν να είναι πολύ μεγαλύτερες, από τις μειώσεις των δημοσίων εσόδων, ούτως ώστε να σταθεί δυνατό να προκύψει ένα πρωτογενές πλεόνασμα, η ύπαρξη του οποίου, σε συνθήκες αυξανόμενης οικονομικής κρίσης και συρρίκνωσης της ζήτησης, αποτελεί ένα πολύ κακό αποτέλεσμα, αφού αφαιρεί πόρους από την χειμαζόμενη οικονομία.
Τί είναι, όμως, το πρωτογενές πλεόνασμα και γιατί οι κυβερνητικοί στουρνοσαμαράδες και από κοντά, ο μπουχέσας συγκυβερνήτης, κόπτονται, γι' αυτό;
Πρωτογενές πλεόνασμα, σε έναν ελλειμματικό (ή μη) προϋπολογισμό, προκύπτει, εάν αφαιρέσουμε από το σκέλος των δαπανών του προϋπολογισμού, εκείνο το κομμάτι τους, το οποίο πηγαίνει, μέσα σε μια χρήση, για τις σταδιακές αποπληρωμές των χρεών και εφ' όσον οι δαπάνες που μένουν, χωρίς τον υπολογισμό των αποπληρωμών αυτών, είναι μικρότερες από τα έσοδα, που γίνονται, μέσα στην ίδια χρήση. Το σχετικό πλεόνασμα που προκύπτει είναι πρωτογενές, διότι ναι μεν μπορεί ο προϋπολογισμός να είναι ελλειμματικός, αλλά οι τρέχουσες καθημερινές δαπάνες μπορούν να εξυπηρετηθούν αυτοδύναμα.
Αυτό που κάνει τους απελπισμένους "κυβερνήτες", αλλά και τα ευρωαφεντικά τους να κόπτονται, τόσο πολύ, για το πρωτογενές πλεόνασμα και να επιθυμούν να το παρουσιάσουν, ως επίτευγμα, είναι το γεγονός ότι, παρά το ότι ο κρατικός προϋπολογισμός εξακολουθεί να παραμένει ελλειμματικός, η ύπαρξη του πρωτογενούς πλεονάσματος δημιουργεί (υπό προϋποθέσεις) τις συνθήκες, για την οικοδόμηση της φερεγγυότητας της χώρας, αφού σηματοδοτεί το γεγονός ότι ένα μέρος των τοκοχρεωλυτικών της υποχρεώσεων, μπορούν να αποπληρώνονται, χωρίς την προσφυγή σε νέο δανεισμό.
Έτσι, θεωρητικά μιλώντας, η Ελλάδα θα μπορούσε, εφόσον, αφαιρουμένων των δαπανών, για την εξυπηρέτηση των χρεών της, δαπανά λιγότερα από όσα εισπράττει, να αντιμετωπίσει και να διαχειρισθεί το χρέος της, επιδιώκοντας την αναδιάρθρωσή του, ή να το αναχρηματοδοτήσει με νέα δάνεια, με καλύτερους όρους αποπληρωμής και χαμηλότερα επιτόκια, θέτοντάς το, έτσι, σε καθοδική τροχιά.
Αυτό, το θεωρητικό σχήμα, όμως, μιλώντας για περίπτωση της Ελλάδας δεν ισχύει. Αυτό συμβαίνει επειδή στην ελληνική περίπτωση δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να ισχύσει αυτή η θεωρητική κατασκευή και να μπορέσει έτσι, η Ελλάδα να αναχρηματοδοτήσει, ή να αναδιαρθώσει το χρέος της. Το γιατί συμβαίνει αυτό, γίνεται αντιληπτό όταν δει κάποιος το καταθλιπτικό βάρος της εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους, ένα καταθλιπτικό βάρος, που προκύπτει, λόγω του τεράστιου μεγέθους του.
Πράγματι, αν μείνει κάποιος στους επίσημους υπολογισμούς (που δεν ισχύουν), το ελληνικό δημόσιο χρέος του πρώτου 5μήνου του 2013, που φθάνει στο ύψος των 320 δισ. € (στην πραγματικότητα είναι πολύ μεγαλύτερο και στο τέλος του 2013 θα είναι, ακόμη μεγαλύτερο, ενώ, ήδη, ξεπερνάει τα 400 δισ. €, εάν συνυπολογίσουμε, σε αυτό και τις εγγυήσεις του ελληνικού δημοσίου, οι οποίες ξεπερνούν τα 70 δισ, € και κάποια στιγμή, θα καταπέσουν και θα πρέπει να εξυπηρετηθούν, από το ελληνικό κράτος), το οποίο έχει, ως βάση του, ένα ΑΕΠ των 183 δισ. € (τόσο προϋπολογίζεται, για το 2013), δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί από τα ασθενή έσοδα του ελληνικού δημοσίου, όσο και αν περικοπούν οι δαπάνες και όσο και αν επιτευχθεί ένα κάποιο πρωτογενές πλεόνασμα.
Βασική προϋπόθεση, για να εξυπηρετηθεί το ελληνικό δημόσιο χρέος, στις παρούσες συνθήκες, είναι μια τεράστια χρονική διάρκεια επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων στους ελληνικούς κρατικούς προϋπολογισμούς, η οποία χρονική διάρκεια να συνδυάζεται, με ένα τεράστιο μέγεθος αυτών των πλεονασμάτων. Μιλάμε, δηλαδή, για μια συνεχή χρονική σειρά πρωτογενών πλεονασμάτων, γύρω στην εικοσαετία, κατά την διάρκεια της οποίας, τα ετήσια αυτά πλεονάσματα θα πρέπει (σύμφωνα, με πολύ μετριοπαθείς υπολογισμούς, οι οποίοι είναι πολύ φιλόδοξοι και γι' αυτό, πιθανότατα, είναι και εξωπραγματικοί) να φθάνουν στο 7%, έως 8% του ελληνικού ΑΕΠ.
Για να συμβεί κάτι τέτοιο, σε τόσον χρόνο και σε τέτοιο μέγεθος, η Ελλάδα θα πρέπει να σπάσει όλα τα ρεκόρ. Μια τέτοια επίδοση ουδέποτε παρατηρήθηκε, στην παγκόσμια οικονομική ιστορία και ουδέποτε πρόκειται να παρατηρηθεί. Και πάντως, δεν είναι η Ελλάδα εκείνη που θα την καταφέρει.

Με λίγα λόγια, η κατάσταση είναι τέτοια, που ουδείς, στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, πρόκειται να δανείσει το ελληνικό δημόσιο. Έτσι, η Ελλάδα θα χρειαστεί, περαιτέρω, χρηματοοικονομική στήριξη και για χρονικό διάστημα, που θα είναι πολύ μεγαλύτερο, από αυτό, που ομολογείται και φυσικά, δεν θα χρειασθεί μια τέτοια στήριξη, μόνο τις δύο φορές, για τις οποίες μίλησε ο Βέλγος κεντρικός τραπεζίτης και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Λυκ Κοέν μιλώντας στο ραδιοφωνικό σταθμό La Premiere. Η Ελλάδα θα χρειαστεί, όχι μόνο ένα τρίτο και ένα τέταρτο "πακέτο βοήθειας", αλλά, με τις παρούσες συνθήκες, η Ελλάδα θα χρειαστεί μια, περίπου, μόνιμη χρηματοδότηση, προκειμένου να μπορεί να αναχρηματοδοτεί το δημόσιο χρέος της, μόνο και μόνο, για να πληρώνει τα χρέη της, χωρίς να προσθέτει άλλο πρωτογενές χρέος. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το χρέος της δεν θα αυξάνεται. Θα αυξάνεται, όσο η χρηματοδοτική αυτή στήριξη θα είναι δανειστική και ουσιαστικά, τοκογλυφική.
Βέβαια, οι εντόπιοι υποτακτικοί των ξένων δανειστών και οι ευρωζωνίτες, αυτό που επιθυμούν, είναι να αναμετακυλίσουν, στον διεθνή ιδιωτικό χρηματοπιστωτικό τομέα, το ελληνικό δημόσιο χρέος, το οποίο έχει μετακυλιθεί, κατά ένα μεγάλο μέρος του, στα τρεισήμισυ χρόνια των δύο Μνημονίων, από τον λεγόμενο ιδιωτικό τομέα (δηλαδή τις τράπεζες), στον λεγόμενο δημόσιο τομέα (δηλαδή τις χώρες της ευρωζώνης και το ευρωσύστημα), γι' αυτό και ομιλούν (και παραμιλούν), για την επίτευξη του πρωτογενούς πλεονάσματος, στον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό του 2013. Σκοπός τους είναι να ωθήσουν την Ελλάδα να βγει, κάποια στιγμή, στις διεθνείς αγορές, για δανεισμό και να πείσουν το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα να δανείσει το ελληνικό δημόσιο. Εκεί αποσκοπεί όλη αυτή η (παρα)φιλολογία, με το πρωτογενές πλεόνασμα, που για τους στουρνοσαμαράδες και τον μπουχέσα Βαγγέλη, έχει καταστεί μείζων "εθνικός στόχος".

Μάταιος κόπος, που στηρίχθηκε, σε φρούδες ελπίδες, τις οποίες είναι η αλήθεια ουδέποτε πήραν, στα σοβαρά, οι δανειστές.
Άλλωστε, ως δανειστές, ξέρουν, πολύ καλά, το χρηματοπιστωτικό και δανειοληπτικό status και profile του ελληνικού δημοσίου, όπως γνωρίζουν, πολύ καλά και την δομή και την διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, η οποία, ως αποτελούμενη, από μια θάλασσα μικρομεσαίων δραστηριοτήτων (το ανθρώπινο δυναμικό των οποίων, τώρα, προλεταριοποιείται) δεν είναι ικανή να σχηματίσει, μια δεδομένη και σταθερή φορολογική βάση εσόδων, επάνω στην οποία να μπορεί κάποιος να στηριχθεί.
Αυτό η ελληνική οικονομία δεν το έκανε, ούτε στις καλές εποχές. Και προφανώς, δεν μπορεί να το κάνει, ούτε και τώρα, πολύ περισσότερο, επειδή βρίσκεται εγκλωβισμένη, μέσα στην δίνη μιας απίστευτης οικονομικής κρίσης, την οποία, για πρώτη φορά ζει, σε τετοια έκταση, κατά την διάρκεια ειρηνικής περιόδου - αν αγνοήσουμε την χρεωκοπία του 1893. Και φυσικά, αφού δεν είναι δυνατή η στήριξη, επάνω σε μια σταθερή φορολογική βάση, η οποία να μπορεί να χρηματοδοτεί, με κάποια ασφάλεια, τα κρατικά έσοδα, δεν μπορεί να γίνει λόγος, για οποιαδήποτε αξιόλογη βελτίωση της δανειοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας, παρά την επίτευξη οποιουδήποτε πρωτογενούς πλεονάσματος, στους ελληνικούς κρατικούς προϋπολογισμούς, τα οποία, στο παρελθόν,  άλλωστε, υπήρξαν, αλλά ήσαν και (θα είναι) θνησιγενή, όπως φαίνεται και στον παραπάνω πίνακα.
Για τους λόγους αυτούς, οι δανειστές έπαυσαν, πολύ γρήγορα, να μιλούν, για έξοδο της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές, για δανεισμό, μέσα στο 2014 (κάποιοι περισσότερο αφελείς μιλούσαν, για το 2013), αφού αντιλήφθηκαν ότι συμβαίνει αυτό, που υπολόγιζαν, εξ αρχής (δηλαδή, όταν συμφωνούσαν, τον Φεβρουάριο του 2012, στον δανεισμό της Ελλάδας και τους όρους που προέβλεποντο, στο 2ο Μνημόνιο) και το οποίο είναι ότι η Ελλάδα παραμένει αναξιόχρεη, αφού ουδείς είναι διατεθειμένος να την δανείσει. Ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε άνοιξε πρώτος την συζήτηση, για το επερχόμενο 3ο Μνημόνιο και ακολούθησαν και οι υπόλοιποι ευρωζωνίτες, κόβοντας τον βήχα στους στουρνοσαμαράδες, που αρνούνταν να μιλήσουν, για την ύπαρξη χρηματοδοτικού κενού, όπως, επίσης, αρνούνταν να μιλήσουν, για 3ο Μνημόνιο.
Βέβαια και το 3ο Μνημόνιο δεν είναι αρκετό.  
Δεν υπάρχει ούτε μία πιθανότητα το όποιο δημοσιονομικό πρωτογενές πλεόνασμα να σταθεί δυνατό να αποπληρώσει, μέχρι το 2020, το ποσό των 77,8 δισ. €, που είναι οι τοκοχρεωλυτικές υποχρεώσεις του ελληνικού κράτους, όποια επιμήκυνση του ελληνικού δημόσιου χρέους και αν συμφωνηθεί, μετά τις γερμανικές βουλευτικές εκλογές της 22/9/2013 και όποια μείωση των επιτοκίων δανεισμού και αν γίνει. Αυτές τις τοκοχρεωλυτικές υποχρεώσεις, η Ελλάδα δεν μπορεί να τις καλύψει. (Εδώ, δεν μπορεί να καλύψει τα 40 δισ. €, τα οποία θα έχει δανεισθεί, από το Δ.Ν.Τ., μέχρι τον Μάϊο του 2014 και για τα οποία θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι, αφού, για την αποπληρωμή του ποσού αυτού, το Δ.Ν.Τ. στρέφεται στην ευρωζώνη, η οποία, προφανώς, θα υποχρεωθεί να το επωμισθεί), πόσο μάλλον, τα 77 δισ. €. Και φυσικά, θα πρέπει να δανειστεί, για να μπορέσει να ανταποκριθεί, σε αυτές.
Άλλωστε, ακόμη και όταν η χώρα φθάσει να επιτύχει ένα πρωτογενές πλεόνασμα, αυτό θα κατευθύνεται στην αποπληρωμή των τοκοχρεολυσίων του δημόσιου χρέους, που αποτελείται, κατά πλειοψηφίαν, από τα κράτη της ευρωζώνης, από το ευρωσύστημα και το Δ.Ν.Τ. Δεν θα χορηγηθεί, δηλαδή, στην πραγματική οικονομία, που πνίγεται από την έλλειψη ρευστότητας, από την ανεργία και την χρονίζουσα κρίση, στην οποία έχει εγκλωβιστεί, γεγονός το οποίο θα αποτελέσει ένα ακόμη στοιχείο, το οποίο θα συνθλίψει την ζήτηση και μέσω αυτής, την παραγωγική βάση της χώρας. 
Τον Μάϊο του 2014 τελειώνει το Μνημόνιο. Πώς θα αποπληρωθούν τα τοκοχρεολύσια; Ποιός θα συμβάλει σε αυτό; Και ποιούς όρους θα επιβάλει; 
Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά έχουν, ήδη, δοθεί, αλλά δείτε και το : http://www.investing.com/rates-bonds/government-bond-spreads ( -> Live Quotes -> Bonds -> Government Bond Spreads), για να αντιληφθείτε, περί τίνος πρόκειται και ανάμεσα, στα άλλα, το πως και γιατί η κατάργηση της δραχμής έθαψε, κυριολεκτικά, την ελληνική οικονομία).

Με δεδομένο ότι ουδείς διεθνής χρηματοπιστωτικός οργανισμός πρόκειται να δανείσει το ελληνικό δημόσιο, (πέρα από κάποιες σποραδικές και θνησιγενείς κινήσεις εντυπωσιασμού, που, πιθανώς, να επιχειρηθούν - υπό προϋποθέσεις -, κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2014, για έξοδο στις αγορές, για ένα μικρό ποσόν ομολογιακού δανείου, με πανάκριβο επιτόκιο, εάν υπάρξει μια κάποια αποκλιμάκωση των επιτοκίων δανεισμού, τα οποία, όμως, θα παραμείνουν, σε κάθε περίπτωση, υψηλότατα και κατ' ουσίαν, απαγορευτικά, για δανεισμό) οι δανειακές ανάγκες του ελληνικού κράτους θα καλυφθούν, με άλλα δάνεια, τα οποία θα βρεθούν, μέσα από τους μηχανισμούς του ευρωσυστήματος (ίσως και το Δ.Ν.Τ.), οι εκπρόσωποι των οποίων, φυσικά, θα θέσουν νέους όρους δανεισμού, μέσα από τα επόμενα Μνημόνια, τα οποία θα συμφωνηθούν και τα οποία θα καταληστεύσουν, ακόμη περισσότερο, την ελληνική δημόσια περιουσία και το σύνολο της ελληνικής οικονομίας, στο μέτρο, που οι ενδιαφερόμενοι θα επιθυμούν να αποφύγουν μια στάση πληρωμών, από το ελληνικό δημόσιο, όπως, επίσης, επιθυμούν να αποφύγουν ένα βαθύτατο κούρεμα του ελληνικού δημόσιου χρέους (το οποίο κούρεμα θα πρέπει να φθάσει και ίσως, να ξεπεράσει το 80% του συνολικού χρέους, αν είναι να γίνει αποτελεσματικό και λειτουργικό).
Έτσι, υπ' αυτές τις συνθήκες, τα Μνημόνια, τα οποία πρέπει να συνομολογήσουν η Ελλάδα, οι ευρωζωνίτες και το Δ.Ν.Τ., θα είναι διαρκή. 
http://tassosanastassopoulos.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου