Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Το Δέρμα

ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Η ομάδα ODC παρουσιάζει τη νέα της δουλειά στο «Βυρσοδεψείο». «Το Δέρμα» διαδέχεται το «Μετά, μια παράσταση για την καταστροφή» που παρουσιάστηκε πέρυσι.



Η δράση εκτείνεται στο βιομηχανικό κτίριο του «Βυρσοδεψείου» και φέρνει αντιμέτωπο το κοινό με εκπλήξεις, καθώς μπαινοβγαίνει σε διαφορετικές εγκαταστάσεις, πότε ως παρατηρητής και πότε ως παρατηρούμενος.

Πρόκειται για ένα παιχνίδι ενηλίκων, μια γιορτή, ένας «φόρος τιμής» στην μηχανιστική εργασία, στην απάθεια και την αντίδραση.

Με την συμμετοχή περφόρμερς, μουσικών και εικαστικών.


​Credits

Σκηνοθεσία: Έλλη Παπακωνσταντίνου
Εγκαταστάσεις & κοστουμια: Τέλης Καρανάνος & Αλεξάνδρα Σιάφκου
Δραματουργία: Στάθης Γραφανάκης
Κίνηση: Βάλια Παπαχρήστου & Χριστίνα Σουγιουλτζή
Μουσική: Τηλέμαχος Μούσας
Βοηθοί σκηνοθέτη: Θωμάς Διάφας,Davydd Cook,Σεμέλη Χαβιάρα

Παίζουν: Λευτέρης Ζημιανίτης, Άλκης Ζούπας, Άγγελος Καλίνογλου, Αναστασία Κατσιναβάκη, Θάνος Κοσμίδης / Κοσμάς Χατζής, Νεφέλη Παπαδερού, Βάλια Παπαχρήστου, Βάλεια Τζανέτου, Adrian Frieling, Στέλλα Χριστοδουλοπούλου

 



Επιλογή ενδεικτικών κριτικών για το "Δέρμα"


Διαδικτυακός χώρος artic
Σοφία Σιμελιτίδου

6 Ιουνίου 2013

[...]
Το τρίτο κουδούνι ήχησε και ανήγγειλε την αρχή μιας παραστασιακής εμπειρίας, που 
δεν είχε καμία συνάφεια με την ψευδαίσθηση του αστικού θεάτρου. Από την αρχή μέχρι και το τέλος της στεκόταν εκεί μπροστά μας τόσο για να την κρίνουμε όσο και για να μας κρίνει. Παρατηρούσαμε και μας παρατηρούσαν, χρειαζόμασταν την συνείδηση μας σύμμαχο για να διαπιστώσουμε και να διατυπώσουμε εν τέλει τα νοήματα που κατέκλυσαν τους χώρους του Βυρσοδεψείου. Ο «ένους» άνθρωπος, ο ενεργητικός θεατής, το αντίβαρο στην παθητικότητα της ψευδαίσθησης ήταν αυτό που χρειαζόταν η παράσταση για να ειδωθεί στο βεληνεκές της.

[...]

Το «ΔΕΡΜΑ» δήλωσε την καταγεγραμμένη και μη ιστορία μας , η τιτλοφόρηση αυτή παραπέμπει στον χρόνο και στο όριο. Ο χρόνος που περνάει φαίνεται καταγεγραμμένος πάνω στο δέρμα μας, καθώς το ίδιο αποτελεί και το προστατευτικό περίβλημα του καθενός από τον έξω κόσμο. Μια performance που, ενώ θα μπορούσε να βουτήξει ακόμα περισσότερο στα άδυτα της ιστορίας και της επιρροής μας από αυτή, έκανε τον καθένα να αναλάβει την ευθύνη του μέσα στην συνθήκη της. Η παράσταση αυτή έκανε ένα βήμα μπροστά στα καλλιτεχνικά δρώμενα της χώρας μας καθώς δεν αναλώθηκε στην ψευδαίσθηση και στον ρεαλισμό άλλα στην ουτοπία της έκφρασης.




Δημήτρης Τσατσούλης
3 Ιουνίου 2013

[...]

Η επίσκεψη στο βιομηχανικό αυτό χώρο αποτελεί μια εμπειρία, η περιπλάνηση του θεατή στις εκάστοτε δράσεις ένα ταξίδι γεμάτο εκπλήξεις. Είναι ευτύχημα που ο χώρος αυτός αξιοποιήθηκε και λειτουργεί, ενώ η πρόσφατη δρομολόγηση ειδικού λεωφορείου με αφετηρία τη στάση του Μετρό «Ελαιώνας» λύνει το βασικό πρόβλημα προσέγγισής του για ένα ευρύτερο κοινό.

Αν το θέατρο είναι ένας άδειος χώρος που δομείται εξαρχής, η Παπακωνσταντίνου αναδομεί σε κάθε της παράσταση στο «Βυρσοδεψείο» ολόκληρο το χώρο, υποτάσσοντάς τον στη θεατρική της σύλληψη. Με αυτή την έννοια, το κτήριο αναδιαμορφώνεται εσωτερικά για να υποδεχτεί μια site specific performance με νέα δομικά υλικά, νέους χώρους περιπλάνησης του κοινού, νέες ιδέες.

[...]

Η όλη διαδικασία αποτελεί μια πραγματική εμπειρία, καθώς η βάρκα κάνει συνεχή δρομολόγια έως ότου μεταφέρει όλους τους θεατές στα άδυτα ενός παράλληλου κόσμου: εκείνου όπου το καπιταλιστικό σύστημα έχει μετατρέψει τους πολίτες σε μηχανοποιημένα όντα, σε άτομα πρόσφορα για σφαγή.

Οι δράσεις αρχίζουν με τους περφόρμερ να κινούνται ως απαθή, μηχανικά όντα που επιτελούν τις «εργασίες» τους, ενώ ένας απρόσωπος κρατικός μηχανισμός καθορίζει τις τύχες τους, τη ζωή ή το θάνατό τους. Στο μεγάλο τραπέζι του βάθους θα βρεθούν διαδοχικά, υποτακτικά, με ρούχο τους το δέρμα, σημαδεμένοι με σταυρό, έτοιμοι για τη σφαγή, όπως ακριβώς τα ζώα.

Ενδιάμεσα ακούγονται κείμενα από φιλοσόφους και κοινωνικούς στοχαστές ή τραγούδια όπως το παραδοσιακό ποντιακό «Πάρθεν η Ρωμανία» κ.ά. σε διασκευή και μουσική του Τηλέμαχου Μούσα, που παίζει καθοριστικό ρόλο στην όλη παράσταση. Η κινησιολογία των ηθοποιών, εξίσου βασικό στοιχείο, οφείλεται στη Βάλια Παπαχρήστου και στη Χριστίνα Σουγιουλτζή, ενώ η πολυσύνθετη σκηνογραφία και τα πολύμορφα, ευφάνταστα, άκρως θεατρικά κοστούμια σχεδιάστηκαν από τους Τέλι Καρανάνο και Αλεξάνδρα Σιάφκου, δύο καλλιτέχνες που καταθέτουν πάντοτε το ιδιαίτερο στίγμα τους σε παραστάσεις που αναλαμβάνουν.

Το πρώτο αυτό μέρος του δρώμενου είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, με μήνυμα ανατρεπτικό και ταυτόχρονα καταγγελτικό του όλου πολιτικού συστήματος: η κινησιολογία και οι πράξεις των ηθοποιών ιδιαίτερα εύγλωττες, τόσο ώστε σε κάποια σημεία τα αποσπάσματα λόγου να ηχούν περιττά. [...]

Το δεύτερο μέρος διαδραματίζεται στην εφαπτόμενη αίθουσα και αρκεί η αναστροφή των καθισμάτων από τους θεατές ώστε να έχουν την οπτική πρόσβαση προς αυτή. Ενα μεγάλο αλώνι με χώμα φιλοξενεί ένα ξέφρενο μουσικό πανηγύρι με αιωρήσεις και ποικίλες μορφές σχεδόν ακροβατικών δράσεων, ενώ ακούγονται στα αγγλικά επαναλαμβανόμενα λόγια του Δαλάι Λάμα που τονίζουν ακριβώς ότι «δεν υπάρχει ανάγκη από περίπλοκες φιλοσοφίες ή ναούς».

Για τους συντελεστές, το πανηγύρι αυτό είναι συνυφασμένο με το πένθος, με άταφους νεκρούς (του Ελληνοαλβανικού πολέμου), με επικήδειους. Φοβάμαι όμως ότι μοιάζει σαν να προέρχεται από άλλο έργο ή ότι οι συντελεστές θέλησαν βεβιασμένα να ενσωματώσουν μιαν άλλη ιδέα στο προϋπάρχον παραστασιακό σύστημα. Νομίζω ότι λειτουργεί σε βάρος του πρώτου, ιδιαίτερα δυνατού πρώτου μέρους.

Η όλη περφόρμανς πάντως, με τις εκπλήξεις της, έστω κι αν κάποιες λιγότερο ευτυχείς, αποτελεί μια δυνατή εμπειρία και προσφέρεται για εξίσου έντονες συζητήσεις. Κι αυτό αξίζει, αφού σπανίζει.





Ιλειάνα Δημάδη
1 Ιουνίου 2013


Φαντασμαγορικό και αλλόκοτο, χαοτικό και εκκωφαντικό, κάποτε καθηλωτικό, αλλά άλλοτε μέχρι και ανιαρό, ένα θέαμα –περιπλάνηση στο αχανές παλιό βυρσοδεψείο του Βοτανικού, με δυνατή μουσική, εικαστικό και χορογραφικό ενδιαφέρον και την αξέχαστη εμπειρία μιας.. βαρκάδας!

Φορέστε άνετα παπούτσια. Θα χρειαστεί να περπατήσετε, να ανεβοκατεβείτε σκάλες, ακόμη και να μπείτε σε μια σχεδία για να περάσετε στην αντίπερα όχθη της… Αχερουσίας λίμνης που βρίσκεται στο ισόγειο, με συνοδό έναν βαρκάρη/Χάροντα που γελά αινιγματικά (Adrian Frieling). Προηγουμένως θα έχετε ακούσει ένα ρεμπέτικο του ΄30 τραγουδισμένο σαν μπλούζ από την Εύα Αλεξανδρή  - Φάκλαρη και θα έχετε δακρύσει από πολλά…κρεμμύδια. Στη συνέχεια θα δείξετε την Ευτυχία Κιουρτίδου να σηκώνει μηχανικά – κάμποσα τηλέφωνα , τη Στέλλα Χριστοδουλοπούλου να τεμαχίζει ωμά κρέατα και να περιφέρει πλακάτ με τους στίχους  του εθνικού ύμνου, ενώ ο μισός θίασος θα ξεγυμνώνεται και θα βασανίζεται από τον υπόλοιπο, με ένα pin up girl της δεκατίας του ’60 (Νεφέλη Παπαδερού) καθισμένο στο πρόσκήνιο να μας διαφημίζει … απορρυπαντικά. Ένα τέτοιο αλλόκοτο και μεταμοντέρνο σύμπαν, κοντά στο εικονολατρικό θέατρο του Ρομέο Καστελούτσι με τον ελάχιστο λόγο και την οπτική πολυσημία, δημιούργησε η ακόρεστη φαντασία της Έλλης Παπακωσταντίνου και υλοποίησαν με όρους εικαστικής εγκατάστασης οι σκηνογράφοι Τέλις Καρανάνος και Αλεξάνδρου Σιάφκου. Το μεγάλο προνόμιο της παράστασης είναι, βέβαια, ο χώρος όπου συντελείται: αυτό το κτίριο μνημείο, όπου μέχρι πρίν κάποια χρόνια  οι βυρσοδέψες βουτούσαν στα απόνερα, στην ποτάσα και στον ασβάστη για να διαχώρίσουν τα δέρματα των ζώων από τα όργανα και τα υγρά τους. Μια site specific performance, μια παράσταση εξ αφορμής αυτού του χώρου, είναι το «Δέρμα». Όπως και το πρώτο θέαμα της Παπακωνσταντίνου σε αυτό τον χώρο, το προπέρσινο «Μετά», έτσι και το τωρινό είναι κάποτε πνευματώδες και άλλοτε σπουδαιοφανές, κάποτε καθηλωτικό και άλλοτε μέχρι και ανιαρό. Η απουσία λόγου αντισταθμίζεται από τη νευρώδη κινησιολογία των ηθοποιών, με τη χορεύτρια/χορογράφο Βάλια Παπαχρήστου να ξεχωρίζει. Η πρόθεση ήταν να συντεθεί μια σκηνική φαντασμαγορία για το συλλογικό πένθος και την απώλεια του κοινωνικού ανθρώπου, με πηγή έμπνευσης τον «Λεβιάθαν» (1651) του Τόμας Χομπς, όπως συμπεραίνει κάποιος απόπ το σημείωμα του δραματουργού Στάθη Γραφανάκη. Το αποτέλεσμα είναι ένα γκροτέσκο θέμα που ρητορεύει ασύστολα, διόλου αδιάφορο, αλλά τόσο συγκεχυμένο χαοτικό και περίκλειστο, ώστε δύσκολα ο θεατής κατανοεί «τι θέλει να πει» ή έστω λαμβάνει τη χαρά της συμμετοχής σε ένα παραστασιακό γεγονός το οποίο συνδιαλέγεται μαζί του αντί να τον κουράζει με τη φλυαρία του. Προσωπικά έγυγα βομβαρδισμένη από την –εξάισια δουλεμένηπλην όμως εκκωφαντική- μουσική του Τηλέμαχου Μούσα, κουβαλώντας την ανάμνηση μιας θολούρας, ενός καταιγισμού εικόνων με ασαφείς προθέσεις και ερεθίσματα. Εκείνο που σίγουρα δε θα ξεχάσω είναι η τελετουργία της βαρκάδας και η πίστη πως η Έλλη Παπακωνσταντίνου, αν στο μέλλον οριοθετήσει τη φαντασία της με βάση ένα πολύ ισχυρό κείμενο και όχι μια συρραφή από ιδέες, κάνει όλη την Αθήνα να περάσει μια βόλτα από το Βυρσοδεψείο…



Διαδικτυακός χώρος elculture
Τώνια Καράογλου

28 Μαιου 2013

Το παρόν σημείωμα οφείλει να ξεκινήσει αποδίδοντας τα εύσημα σε όσους έχουν κατά καιρούς επιχειρήσει να κρίνουν ένα έργο τέχνης που χρησιμοποιεί μη λεκτικά εργαλεία, που αποδίδεται και αναπτύσσεται με εικόνες, ήχους και κίνηση. Αν μια «εικόνα» (εικαστική, ηχητική, κινησιολογική) ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις και εφόσον οι εικόνες μπορούν και απευθύνονται σε ένα επίπεδο πέραν του λογικού-λεκτικού, πώς να καταγράψεις μια performance χορού ή μια (εικαστική ή videoart, για παράδειγμα) εγκατάσταση, όχι περιγράφοντάς την, αλλά επιχειρώντας να συλλάβεις με λέξεις το αισθητικό-συγκινησιακό της βάρος; Και επίσης πώς να πετύχεις να μεταφέρεις στον αναγνώστη τα -πολλαπλά κάποιες φορές– ερεθίσματα που γεννάει καθεμιά από τις εικόνες της;

Κάτι τέτοιο συμβαίνει με το «Δέρμα», την παράσταση-installation-site specific performance της ομάδας OΔC σε σύλληψη και σκηνοθεσία της Έλλης Παπακωνσταντίνου, που επαναλαμβάνεται για λίγες παραστάσεις στο Βυρσοδεψείο.

Το «Δέρμα» είναι ένα προσωπικό σχόλιο πάνω στο ζήτημα της «ελληνικότητας» και στην κρίση του δυτικού καπιταλιστικού συστήματος, που αναπτύσσεται ως ένα τρίπτυχο και απλώνεται σε τρεις διαφορετικούς χώρους του -πρώην- βυρσοδεψείου που φιλοξενεί την παράσταση (και στεγάζει την ομάδα). Η Έλλη Παπακωνσταντίνου τέμνει αυτά τα ζητήματα όχι με την ακρίβεια ενός χειρουργικού νυστεριού, αλλά με την τραχιά ωμότητα που απαιτεί η δουλειά του εκδορέα. Βρισκόμαστε άλλωστε μέσα στο μεγαλύτερο -κατά τον 19ο αιώνα- βυρσοδεψείο των Βαλκανίων, προφανώς δεν προέκυψε τυχαία ούτε η ιδέα ούτε ο τίτλος της παράστασης.

Η παράσταση ξεκινάει με το συμβολικό πέρασμα από το επίπεδο της αδράνειας («Γιατί να δρούμε, αφού μπορούμε να πενθούμε;» είναι το μότο της πρώτης σκηνής) στην ωμή αποδόμηση του κόσμου όπως τον ξέραμε και καταλήγει σε μια αρένα ιδεών, σε ένα «φαντασμαγορικό» -αλλά τερατώδες, φρικιαστικό, σαν ιδιότυπο τσίρκο- θέαμα. Μέσα σε ένα σκηνικό κόσμο που είναι ωμός, βίαιος, γεμάτος συμβολισμούς, σημειολογικές αναφορές και αναγνώσεις, εικόνες γκροτέσκ ή κιτς, απογυμνώνονται και «κατακρεουργούνται» βασικά στοιχεία της (ελληνικής) κρίσης -η καταναλωτική κοινωνία, η αυτοματοποίηση, το ζήτημα της ελληνικής ταυτότητας, η κατάρρευση των ιδεολογιών- και εκφράζεται ο φόβος της ανάδυσης ενός νέου αυταρχικού κράτους-Λεβιάθαν.

(Στην αισθητική ατμόσφαιρα της παράστασης γίνονται ίσως αντιληπτά και κάποια δάνεια της καλλιτέχνιδας, όπως το δραματικό εφέ που επιφέρει η χρήση κλασικής μουσικής σε σκηνές «χορογραφημένης» βίας, κατά το «πρότυπο» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ στο «Κουρδιστό πορτοκάλι», ή το στοιχείο του κιτς -ειδικά με την εικαστική συμβολή της ιδέας του σφαγείου- που φέρνει στο μυαλό την πολυσυζητημένη παράσταση του ΚΘΒΕ, όταν, εν έτει 1997, ο Ματίας Λάνγκχοφ επιχείρησε μια ιδιότυπη ανάγνωση των ευριπίδειων Βακχών.)

Το «Δέρμα» παραδίδει αδιαμφισβήτητα ένα πυκνό δραματικό σύμπαν στο θεατή, αιχμαλωτίζει το βλέμμα και ερεθίζει το μυαλό με πολυεπίπεδα νοηματικά, οπτικά και ακουστικά ερεθίσματα, που δεν είναι όλα εξίσου ευανάγνωστα, αλλά ίσως γι’ αυτό υπόκεινται στην πρόσληψη του καθενός, καθιστώντας το περισσότερο μια προσωπική, βιωματική εμπειρία, παρά ένα τετελεσμένο παραστασιακό γεγονός.

Η Έλλη Παπακωνσταντίνου ενορχήστρωσε πάντως με σιγουριά τα επιμέρους εργαλεία της -την εκμετάλλευση του χώρου, την κίνηση, τα κοστούμια, τα ηχητικά ντοκουμέντα, τις μουσικές διασκευές- προς τη δημιουργία ενός αισθητικού θεάματος που εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως εικαστική-χορευτική performance.

Έτσι, για όλους τους παραπάνω λόγους, αλλά κυρίως για όσους δεν αποτυπώθηκαν στο... χαρτί, το «Δέρμα» είναι μια εμπειρία που -παρά τις όποιες αντιρρήσεις, που αφορούν κυρίως το νοηματικό corpus του τρίτου μέρους- αξίζει να βιωθεί.


Διαδικτυακός χώρος clickatlife
Μάνια Σταϊκου

23 Μαΐου 2013

Πήγαμε και είδαμε: το «Δέρμα»


Στην Αθήνα της κρίσης εξακολουθούν να «ανθούν» παραστάσεις έξω από το καθιερωμένα. Απόδειξη αποτελεί το «Δέρμα» της Έλλης Παπακωνσταντίνου που ανεβαίνει και πάλι στο Bυρσοδεψείο.

[...]

Το «Δέρμα» είναι ένας αλλόκοτος πίνακας με οικείες πινελιές φρίκης  αλλά  χρειάζεται και  τη  σύμπραξη-συνενοχή  του  θεατή.  Η  θεωρία  του  Χομπς  για  το  αυταρχικό  κράτος,  το όραμα  του  Σολωμού  για  εθνική  ανεξαρτησία,  η  διδασκαλία  του  Δαλάι  Λάμα,  ο  αμερικανικού τύπου  καταναλωτισμός,  η  καταγγελία  του  καπιταλισμού  και  οι  ψυχαναλυτικές  προσεγγίσεις συμπλέκονται  σε  αυτό  το  ιδιαίτερο  παζλ  που  προσφέρεται  προς  αποκρυπτογράφηση  και στοχασμό… Οι ηθοποιοί υπηρέτησαν με συνέπεια την ξεχωριστή αυτή σκηνική σύλληψη.



Διαδικτυακός χώρος Kulturosupa
Αριάδνη Καναβάκη

Τρίτη, 12 Φεβρουάριος 2013

Όρθιοι χειροκροτήσαμε την παράσταση «Δέρμα». Είδαμε συγκλονιστήκαμε και σχολιάζουμε…

...και αδυνατούμε να την βαθμολογήσουμε, πρόκειται για αριστούργημα.H  Kulturosupa βρέθηκε στον απλό βιομηχανικό χώρο του «Βυρσοδεψείου» για την  πολυσυζητημένη παράσταση περφόρμανς "Δέρμα" και ευτυχώς προλάβαμε. Η σκηνοθεσία ανήκει στην Έλλη Παπακωνσταντίνου και τη installation- performance, εκτελεί  η δεκαμελής  ομάδα ODC.
[...]
Η Έλλη Παπακωνσταντίνου και τα ταλαντούχα παιδιά της ομάδας ODC μας πρόσφεραν ένα εξαίσιο πολιτικό θέαμα, μια avant garde αντίστασης –όπως άλλωστε μας ταιριάζει-και επιτέλους συναίσθημα δεμένο με  τη γνώση ότι το δέρμα μας είναι το τελευταίο οχυρό ανάμεσα σε μας και το σύστημα.

Εν τέλει [=]

το Δέρμα είναι μια παράσταση για την προσφώνηση αγαπητοί συγγενείς, για τις ψυχικές εκδορές μας και για την ελευθερία,  να αγαπώ και να μισώ τούτη τη Χώρα.


Διαδικτυακός χώρος "cat is art"
Ειρήνη Αϊβαλιώτου,
31 Ιανουαρίου 2013

"Δέρμα", αναμέτρηση με την ουτοπία

H Έλλη Παπακωνσταντίνου μας έχει συνηθίσει σε πολύ ιδιαίτερες, τολμώ να πω προκλητικές, θεατρικές εκπλήξεις. Αυτή τη φορά μας παρουσίασε μια πρωτότυπη, γεμάτη δυναμισμό, δεξιοτεχνικά στημένη, performance.Το «Δέρμα» είναι μια σκληρή και πένθιμη παράσταση, όχι όμως και αναίτια σκληρή. Είναι μια παράσταση ποιητικά καταγγελτική. Συνδυάζει μνήμες, θεωρίες, μηνύματα. Το αποτέλεσμά της ένα αρτίστικο τρίπτυχο. Ένας ολόκληρος ωκεανός κατοικημένος από αρχετυπικές μορφές, σύμβολα, τερατώδεις και υπερφυσικές φιγούρες, οπτικούς γρίφους και μυθικές αναπαραστάσεις.

[...]

Με εκκίνηση την εννοιολογική τέχνη, η ανήσυχη και ταλαντούχα σκηνοθέτις Έλλη Παπακωνσταντίνου παρουσιάζει μια σειρά σκηνοθετημένων αναλογικών εικόνων, που προκαλούν δέος.

Η σύνδεση εικόνας και λόγου, αισθητικής και γνωστικής αξίας παίζουν σημαίνοντα ρόλο στη συγκεκριμένη δουλειά της. Στην παράσταση ανακαλούνται εμβλήματα του παρελθόντος, καταναλωτικά αγαθά, αλχημιστικές εικόνες, μυστικιστικά σύμβολα, που επισφραγίζονται από λακωνικά επιγράμματα.

Η τέχνη και η ποίηση συμβιώνουν με τη φρίκη και τη σκληρότητα, η ωμότητα με τη ζωτικότητα, το ενδόμυχο με το φανερό, η φιλοσοφία με τη μεταφυσική διάσταση, το παρελθόν με το μέλλον.

Η παράσταση, δημιούργημα εξαντλητικής και άρτιας μελέτης και έρευνας, μοιάζει με στημένο ρινγκ. Ο ένας γύρος διαδέχεται τον άλλο μέχρις ότου και οι δύο αντίπαλοι σωριαστούν στο έδαφος. Μέχρις ότου δέσει κάθε νέο... ξόρκι. Μέχρι τον επόμενο αγώνα. Μέχρι την επόμενη περφόρμανς, την επόμενη δοκιμασία.

[...]

Η μουσική του Τηλέμαχου Μούσα είναι μια περιπλάνηση στο ασύμπτωτο των επιθυμιών και της ύπαρξής μας. Η διαδρομή μιας δέσμης φωτός. Τα σκηνικά και τα κοστούμια των Τέλι Καρανάνου και Αλεξάνδρας Σιάφκου συναντούν το απατηλό, το αμείλικτο, το πείραμα, την παραποίηση, το εσωτερικό ταξίδι στην ψυχή μιας άλλης, παράδοξης εποχής.

Όλοι οι ηθοποιοί είναι συγκλονιστικοί στην έκθεσή τους στο κοινό. Πορεύονται σ' ένα ανοίκειο συναισθηματικά περιβάλλον με απόλυτη πεποίθηση της σημασίας του ρόλου τους. Λειτουργούν σαν διάμεσοι ανάμεσα στο σήμερα και τον παγωμένο χρόνο και μεταφέρουν τις βιωμένες εμπειρίες τους.

Διαδικτυακός χώρος "Επί Σκηνής"
Συντάχθηκε απο τον/την Μαρία Κυριάκη   

24 Ιανουάριου 2013

Δέρμα
της Έλλης Παπακωνσταντίνου

Σ’ έναν ιδιαίτερο χώρο, ένα πρώην εργοστάσιο επεξεργασίας δερμάτων, έστησε μία ακόμα περφόρμανς της η ικανότατη κι ιδιαίτερα εφευρετική Έλλη Παπακωνσταντίνου, ένα δρώμενο χωρίς σχεδόν λόγια όπου η εκφορά του κειμένου αποτελεί προέκταση μιας σύμπηκτης θεατρικής έκφρασης με στόχο την ανάδειξη κι όχι την περιγραφή της συνθήκης, την διαμόρφωση όχι χαρακτήρων αλλά συμβολικών οντοτήτων και την αφήγηση περιστατικών σε συνάρτηση κι αντίθεση σε σαφή αντιπαράθεση με την ασαφή εξέλιξη μιας πρότυπης αφηγηματικής πλοκής.

Οι συμβολισμοί της πολιτικής αυτής σκηνικής σύνθεσης κινούνται ανάμεσα στα διεθνή πρότυπα που έχει επιβάλλει η Αμερικανική Αυτοκρατορία σε μεγάλο μέρος των πληθυσμών του κόσμου και στις εντόπιες παραδόσεις και τακτικές υποδούλωσης οι οποίες μέσα από την διπλή τους υπόσταση γεννούνται από το άτομο για να θίξουν το σύνολο κι αντιστρόφως. Η σχέση αυτή ανάμεσα στην προσωπική παγίδευση και την κοινωνική αναδιαπραγμάτευση είναι και ένα από τα χαρακτηριστικά της περφόρμανς μαζί με τις διαρκείς αλλά γόνιμες επαναλήψεις και διπλές εκφορές των μοτίβων κατά την φόρμα «Κονσέρτο» με τις υποχθόνιες, σπαρακτικές ανατροπές που υποδηλώνουν ταυτόχρονα την ματαιότητα και την αναγκαιότητα της αντίστασης σε αντιπαράθεση με την φαινομενικά ανώδυνη αλλά αδιαμφισβήτητα διαβρωτική υποταγή.

[...]

Το πέρασμα από μια πραγματικότητα εφιαλτική, την δικιά μας σήμερα, σε μια εξ ίσου τρομακτική αντανάκλασή της εντός της σκηνικής δράσης γίνεται μέσα από μικρές λεπτομέρειες που προαναγγέλλουν τις εξελίξεις χωρίς να τις προδίδουν.

[...]

Σαν ζωντανεμένος πίνακας του Μπρύγκελ, το εφιαλτικό σύνολο συντίθεται από μικρές χαρακτηριστικές σκηνές που αποκαλύπτουν αίτια και αιτιατά της σφαγής μέσα από τις προσωπικές αλλά και τις ομαδικές επιλογές των προσώπων. Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα σίγουρα επιτελούνται κι εξ ίσου σίγουρα παραβιάζονται και οι δέκα εντολές σ’ αυτό το βλάσφημο παζλ μικρών, παράλληλων δράσεων που η κάθε μία τους είναι κι ένα περιστατικό της ανθρώπινης ιστορίας τρέχουσας κι αιώνιας.

Η μουσική σφύζει από συναισθηματική και πνευματική ένταση, σχολιάζοντας το παρελθόν και το μέλλον μέσα από ήχους και μελωδίες παραμορφωμένες αλλά και έμμονες και προσφέροντας στο όλο θέαμα μαζί με τα εκκεντρικά κοστούμια και τις παράδοξες σκηνογραφικές πινελιές την αίσθηση ενός κολαστηρίου  χωρίς διέξοδο που ενεργοποιεί διαρκώς μηχανισμούς εξόντωσης, συμπαρασύροντας δήμιους και θύματα, εκτελεστές και εκτελεσμένους.

[...]

Οι πατέρες-πρόγονοι, προϊόντα ενός άλλου, προγενέστερου θυσιαστηρίου-ολοκαυτώματος παραμένουν άθαφτοι κι ο Αρμαγεδδών, ένα τέρας όχι πια θεϊκής αλλά ανθρώπινης καταγωγής, αποκαθίσταται ως το κρίσιμο «σημείο» λύτρωσης κι ολοκληρωτικής εξόντωσης.

Οι απόγονοι επιχειρούν να ενισχύσουν το κράτος μέσα από την ίδια, επαναλαμβανόμενη σειρά προκαταλήψεων που αφορούν εν πρώτοις την ταφή των νεκρών και στην συνέχεια την διαφύλαξη των υπολοίπων συμβατικών και καθησυχαστικών τελετουργιών στο όνομα μιας πίστης χαμένης, μιας ελπίδας αποσβολωμένης και μιας αγάπης σοδομισμένης.

Η Πατρίδα παλεύει με την κατακρεουργημένη και εκφυλισμένη της σημαία, η Οικογένεια παραδίδεται στο ολοκαύτωμα της υπερκατανάλωσης κι η Θρησκεία καταλύοντας την υπερφυσική ευσπλαχνία, γεννάει το τέρας που θα υποτάξει με το βαρύ του πάτημα κάθε σπάραγμα αντίστασης και κάθε αστραπή κατανόησης.

Οι νεαροί περφόρμερ διαθέτουν όμορφες φωνές, εξαιρετική κίνηση και θαυμάσια συγκρότηση, οι χορογραφίες είναι εμπνευσμένες και βαθιά μέσα στο πνεύμα της σύλληψης της σκηνοθέτιδος, η δραματουργία ορίζει ένα πλαίσιο εφιάλτη με ευέλικτη πλαστικότητα και στιβαρό άξονα, οι σκηνογραφικές ιδέες αποτελούν καθαρή αντανάκλαση της σκηνοθετικής οπτικής με ευρηματικές και καίριες προεκτάσεις, τα κοστούμια αντιπαρατίθενται και ταυτόχρονα ενισχύουν τις δράσεις είτε ως ενδύματα είτε ως κατασκευές, η μουσική πλάθει κι αναπλάθει τα δρώμενα σε ένα ακουστικό, σχολιαστικό παραλήρημα, επιχειρώντας την διείσδυση στο υποσυνείδητο και την οριστική μετατροπή του δρώμενου σε βίωμα για τους συντελεστές, τους θεατές και το υποβόσκον αλλά σαφές ενεργειακό πεδίο που τους συνδέει.

Διαδικτυακός χώρος Cosmo.gr
Από τη Χαρά Κιούση
25 Ιανουαρίου 2013

Το Cosmo πάει θέατρο: Από τις "Καρέκλες" με τον Αντώνη Καφετζόπουλο μέχρι το "Δέρμα"

[...]

Η 'Ελλη Παπακωνσταντίνου έρχεται να ταράξει την γενικότερη απάθεια  με την καινούργια της δουλειά που φέρνει την προσωπική της σφραγίδα.

[...]

" Ζοφερά Χρώματα σε ρυθμούς μπαρόκ, " μεταφυσική μουσική σύνθεση και ηχητικά ντοκουμέντα από την εκταφή σε πεδίο μάχης του " Ελληνοαλβανικού " ντύνουν την εξαιρετική παράσταση - προπαγάνδα" που θέλει τον άνθρωπο πολίτη. Ας αποφασίσουμε λοιπόν, " τι δέρμα θα παραδώσουμε αύριο, ποιο θα ναι το νέο μας δέρμα ".

Η παράσταση είναι εξαιρετική, ίσως όχι για όλα τα γούστα, αλλά τολμήστε το. Θα σας μεταφέρει κάπου αλλού.


Διαδικτυακός χώρος "Mixtape.gr"
Συντάκτης Μανώλης Βαμβούνης
28 Δεκεμβρίου 2012


Δέρμα στο Βυρσοδεψείο

[...]

Κάτι απόκοσμο και συγκλονιστικό σε περιμένει πίσω από τις πόρτες του Βυρσοδεψείου.

Η σκηνοθέτρια Έλλη Παπακωνσταντίνου έχει πραγματοποιήσει μια «κατάληψη» του καλλιτεχνικού χώρου του παλιού Βυρσοδεψείου. Δεν είναι καν αυτή η κατάλληλη λέξη. Μεταμόρφωση; Μετουσίωση; Σαν να έχει ξεριζώσει τον εσωτερικό χώρο του Βυρσοδεψείου από το έλλογο σύμπαν μας και να το έχει μεταφέρει σε μια γοτθική παράλληλη διάσταση όπου οι μόνοι νόμοι είναι αυτοί της υπερφυσικής αλληγορίας.

Με άξονες το πένθος, την ιστορία της Ελλάδας, την φύση της ανθρώπινης καπιταλιστικής μηχανής αλλά και την φύση του ίδιου του κτιρίου, στήνει ένα τρίπτυχο installation/performance/σκοτεινής προπαγάνδας οδηγώντας τον θεατή μέσα από τρεις νιχιλιστικές ουτοπίες: καταφύγια, club ή κολαστήρια.

Κάθε κουδούνι πριν την έναρξη της παράστασης μας προετοιμάζει με τους ηθοποιούς να ξεχύνονται στα εξωτερικά μπαλκόνια του Βυρσοδεψείου σε χαοτικά αυτοσχέδια μουσικά νούμερα. Στο τρίτο και τελικό κουδούνι εισβάλλουν στο χώρο του φουαγιέ μετατρέποντας το (μόνο με την ανατρεπτική τους ενέργεια) σε ένα καταφύγιο πένθους όπου μας κερνάνε μόνο… δάκρυα, με τη μορφή ενός hand-over σετ κρεμμυδιού και ενός μαχαιριού. «Κόψε-Κλάψε», τόσο εύκολη η ψυχική κάθαρση, σαν μενού σε φαστφουντάδικο.

Όταν τελικά ανοίγουν οι πόρτες του Βυρσοδεψείου, τίποτα δεν μπορεί να μας έχει προετοιμάσει για το θέαμα που αντικρύζουμε. Ολόκληρη η μεγάλη αίθουσα στο ισόγειο του παλιού εργοστασίου πλημμυρισμένη με νερό, μεταμορφωμένη σε μια υπόγεια λίμνη, φωτισμένη με πυρσούς, και από το βάθος της να κάνει κουπί προς το μέρος μας η σχεδία με τον βαρκάρη που θα μας μεταφέρει σε μικρές ομάδες στον επόμενο χώρο. Όπως την παρατηρούμε από το «Πονάδικο», περιμένοντας καρτερικά να μας διαλέξουν (με άγνωστα κριτήρια) και μας, δεν είμαστε πια θεατές που έχουν έρθει σε μια παράσταση, αλλά μέρος της, σαν να έχει ανοίξει όντως μπροστά μας μια πύλη προς τον Αχέροντα ποταμό. Μια αξεπέραστη μυσταγωγική εμπειρία ασύγκριτη με οτιδήποτε άλλο στα πρόσφατα θεατρικά δεδομένα.

Περνώντας πλωτοί το σώμα νερού, παρακολουθούμε από τα εξωτερικά παράθυρα απόκοσμα ποιητικά plateau-vivant και ανεβαίνουμε τις σκάλες για το κύριο μέρος του installation. Εκεί στον πάνω όροφο το Βυρσοδεψείο έχει παραμορφωθεί ζοφερά, μέσα από την ίδια του την ιστορία, σε ένα εργοστάσιο επεξεργασίας ανθρώπινου δέρματος. Μια γκροτέσκα παρανοϊκή γυναίκα (μητέρα Ελλάδα;) κινείται μηχανικά μα ατσούμπολα στο ρυθμό της καθηλωτικής μουσικής που εισάγει τους performers στο χώρο. Όλοι με τη σειρά θα γίνουν και σφαγείς και σφάγια  πάνω  στην αλυσίδα ανθρώπινης εκμετάλλευσης. Ξεγυμνώνονται, στήνονται, εξετάζονται, μαρκάρονται, θανατώνονται και απλώνονται στον πάγκο.

Η γυναίκα ράβει μια πένθιμη όχι-ακριβώς ελληνική σημαία σαν κακή μετάφραση και διαστρέβλωση της τυπικής εικόνας της αμερικανίδας Betsy Ross. Ο θεραπευτής αποκαλύπτει μέσα  από  τον  ερυθρό  σταυρό, το κόκκινο Χ και τη μπογιά για το σημάδι του σφαγέα. Ένας άντρας ζει σε φορητό  κλουβί, μια γυναίκα με παραδοσιακό νυχτικό φοράει μια αντιασφυξιογόνο μάσκα σαν άλλη μάνα-Bane, ένας καθηλωμένος πολίτης στολισμένος  με γιορτινά φωτάκια χέζει χαρωπά μέσα σε ένα πιάτο  και ταΐζεται/πασαλείβεται με τα ίδια του τα  σκουπίδια  από  τον (αγαπημένο  συνεργάτη της Παπακωνσταντίνου) εικονικό Γερμανό εικαστικό Adrian Frieling. Μέσα σε όλη αυτή τη συμφωνία βίας και καταπίεσης, το απόλυτο σύμβολο του καταναλωτισμού, η 60s pin-up girl με το μαγιουδάκι της πάνω στην πετσέτα θαλάσσης μας πουλάει με σκέρτσο εκπληκτικά προϊόντα, χωρίς επίγνωση της κατάντιας γύρω της. Και το σύμβολο του θεατή, αποσβολωμένο, περιεργάζεται, κυκλοφορεί ανάμεσα τους και αγανακτεί στη θέα των πολιτών παγιδευμένων σε μια κόλαση μηχανιστικής εργασίας να οδηγούνται αποχαυνωμένοι στο σφαγείο.

Στο τρίτο μέρος, η αγανάκτιση αυτή επιτέλους ξεσπάει σε ένα σκοτεινό τσίρκο όπου η κραυγή παίρνει λυτρωτικά μορφή χαοτικής έκρηξης ατομικής έκφρασης και προσωπικής αναμέτρησης, καθώς θίασος από performers κρέμονται από σκηνιά, ακροβατούν, απαγγέλουν, περιπαίζουν και μάχονται σε μια κοινωνική αρένα.

Αυτή την μπαρόκ γκροτέσκα ατμόσφαιρα μεταφέρει παραδόξως μια ακομπλεξάριστη αγάπη και μια ειλικρινή αγωνία για την ουσία της Ελλάδας, τον πόνο και την αντοχή μέσα από την ιστορία. Δεν είναι απαραίτητη (ή δυνατή) η διαδικασία της  αντικειμενικής αποκωδικοποίησης και ακριβής αντιστοίχησης αυτής της ιεροτελεστίας του χάους. Καθρεφτίζεσαι ο ίδιος στο λεβιάθαν, και απορροφάσαι στο σύνολο, στο ερπετό που τρώει την ουρά του. Αφήνεσαι στο αίσθημα εγκλωβισμού και την ανάγκη απόδρασης που σου γεννά, στο πνίξιμο στο στομάχι και την αφύπνιση που έρπεται κάτω από το δέρμα σου και γίνεται βίωμα σου.



Διαδικτυακός χώρος "Επί Σκηνής"
Συντάχθηκε απο τον/την Μάριος Παϊτάρης   

3 Ιανουάριου 2013


Δέρμα
της Έλλης Παπακωνσταντίνου

[...]
Πρόκειται για  μια σκηνική σύλληψη εξαιρετικής αισθητικής και εικαστικής αρτιότητας, με ηθοποιούς οι οποίοι διαθέτουν άριστα εκτελεσμένη κινησιολογία, οξυμένα εκφραστικά μέσα και βρίσκονται σε πυρετώδη εγρήγορση.[...]
Η Παπακωνσταντίνου μας φέρνει αντιμέτωπους με το τέλος εποχής στο οποίο βρισκόμαστε και μας πετάει στα μούτρα όλες τις παθογένειες και τα ελαττώματα που έχουμε ως έθνος και που μας έφεραν στην θέση που είμαστε σήμερα. Παρελαύνουν μπροστά στα μάτια μας, κλισέ και στερεότυπα, τα οποία έθρεψαν γενιές ολόκληρες. Επίσης επισημαίνει και το τέλος του δυτικού πολιτισμού, τουλάχιστον όπως τον ξέραμε μέχρι σήμερα .
[...]
http://www.vyrsodepseio.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου